Το Λεξιλόγιο των Νέων



Για να μπορούν οι γονείς να αποκρυπτογραφήσουν αυτά που λένε τα παιδιά τους...
· Πήρα fax: Tο κατάλαβα

· Μπάρκουλης είσαι;: Είσαι τρελλός

· Βισματώθηκα: Έχω πολύ δουλειά

· Ποδανά: Διάλεκτος των νέων (ανάποδα)

· Η goa: Η rave γκόμενα

· Έφαγα ήττα: Έπαθα σοκ

· Στην πίπα σου: Βούλωστο

· Μάτσας: Προδότης

· Με έδωσες: Με πρόδωσες

· Pamela: Η γυναίκα με το μεγάλο μπαλκόνι

· Κόντρα πλακέ: Η γυναίκα με το μικρό μπαλκόνι

· Σοβάτισμα: Ο αuνανισμός (πεoπαλινδρόμηση)

· Τον σακουλιάσανε: Τον πιάσανε, τον συλλάβανε

· Έφαγα φλάς: Μου ήρθε ξαφνικά

· Κουκουρούκου: Δεν μπορούμε να Συνεννοηθούμε

· Τα πήρα στο κρανίο: Νευρίασα

· Μαδομούνι γίνεται: Τσακώνονται γκόμενες

· Στην ψύχρα: Στα ίσια, κατάμουτρα

· Χιόνι: Ασταθής χαρακτήρας

· Ο ακάλυπτος: Ο καραφλός

· Φλάσαρα: Μου ήρθε απότομα

· Κατέβασα παροχή: Αδιαφόρησα

· Τον έκανε εμετό: Τον τρέλλανε

· Σπeρματοκτόνο: Άπλησίαστη γκόμενα

· Μάρς: Όρμα

· Έγινα παζλ, χώμα: Κουράστηκα

· Βγάζω φανέλα, εφημερίδα: Διαδίδω

· Σαλούφα, μπακατέλα: Άσχημη γκόμενα

· Νταλίκα: Αντρογκόμενα

· Μπερκέτι (μπερεκέτι): Πάρα πολύ καλό

· Τσάγια, Τσίου: Άντε γεια

· Κόλλησα: Κόλλησε το μυαλό μου

· Ο καρεκλάς: Ο βλάκας

· Φλόμπα: Ελεεινή γκόμενα

· Ο φιδέμπορας: Ο ψεύτης, ο απατεώνας

· Ο γκλίτσας: Ο βλάχος

· Τη σούταρα: Την έδιωξα

· Έφαγα πίκρα: Απογοητεύτηκα

· Absolut: H γκομενάρα

· Είναι φτέλι: Είναι ξεφτιλισμένη

· Παλεύουμε;: To λες αν δεις χοντρή γκόμενα

· Μπουρούχα: Η άσχημη γκόμενα

· Φρικάρισα: Τρελλάθηκα

· Ξέρει γαλλικά και πιάνο: Αυτός που μιλάει αισχρά

· Μην καρφώνεσαι: Μην προδίδεσαι

· Κάνει τον κινέζο: Κάνει πως δεν ξέρει

· Φατσοκόφτης: Ο πορτιέρης των club

· Κουραδοκόφτης: Το τάγκα εσώρουχο

· Ο σπινταριστός: Ο βιαστικός

· Τον κόβω: Τον κοιτάω

· Ρετάρισα: Χάζεψα

· Τα είδα όλα: Έμεινα έκπληκτος

· Είναι ρούχλας: Είναι τεμπέλης

· Γιάφκα: Συγκέντρωση φίλων στο σπίτι

· Έκλεισε η φάση: Κανονίστηκε

· Την κάτσαμε: Την πατήσαμε

· Λέμε: Και εννοούμε

· Χάλιας, χαλές, μανιαμούνιας: χαζογκόμενος

· Καλώς τον αδελφό Ξεφτίλα: καλώς τον κολλητό που είναι ομοϊδεάτης και ομοιοπαθής

· Ξελαμπικάρω: ξεδίνω

· Κάνε την, κόψε λάσπη: άδειασέ μας τη γωνιά

· Έφαγα αγγούρι / παλούκι: είχα πολύ δουλειά

· Τα στήλωσα: πεισμάτωσα

· Την τίλιασα: έφαγα μέχρι σκασμού

· Έπαθα νίλα: την πάτησα

· Έχω δόντι: έχω μέσον

· Με κάρφωσες, με έδωσες, μου έκανες ματσακονιά: με πρόδωσες

· Πήγα για χόρτα, ή για μπίζα: την πάτησα

· Τον χόρεψε, τον έστειλε για τσάϊ: τον τρέλανε

· Ψιλικοκό, μανόγαλο: αυνανισμός

· Μπουζουριάζω, κάνω τσακωτό, φακώνω: συλλαμβάνω, πιάνω κάποιον

· Όμπλα-ούμπλα: ασυνεννοησία

· Πήρα κρανιωδώς, άναψαν κόκκινα: τσαντίστηκα

· Στην ξεφτίλα: πολύ φτηνά, ή πολύ εύκολα

· Η γκόμενα είναι "γειά σου", ή "όπου": είναι απλησίαστη

· Παντόφλα: γυναίκα με μικρό στήθος

· Μπεμπέκα: αντρογύναικο

· Καϊνάρι: στραβοπόδα ή ξεφτιλισμένη γκόμενα

· Ταλιατέλα: πολύ άσχημη γκόμενα που το παίζει ωραία

· Σουρωτήρι, χωνί, αέρα-πατέρα, σταθμός υπεραστικών: γκόμενα χαμηλών ηθών

· Χάλασε το γρανάζι: κόλλησε το μυαλό μου

· Αγρότης: αγροτικό αυτοκίνητο

· Στόκος, bridge: ο κολλημένος

· (κα)ρέκλας, ρεμπεσκές, ρούχλας: ο τεμπέλης

· Φεύγας, στροφίγγος: ο ασταθής τύπος

· Μάρτυρας του Αυνάν: ο μαλάκας

· Φευγάτος: ο παλαβός

· Εξάτμιση: ο πoύστης

· Γκαμπριολέ, γκάμπριο, πλατείας: καραφλός

· Γιαούρτογλου, καραγκιοζοplayer: βλάκας, πανηλίθιος

· Καλώς το Ντάτσουν, καλώς τα ζαντολάστιχα: καλώς το βλάχο

· Αργύρης Χαλίλης, Γιαχαμπίμπης: ο βλάχος που φορά ένα κάρο χρυσά τιμαλφή

· Ρόδας, γκάζιας,: μηχανόβιος

· Την κάνω μπραφ: την κοπανάω

· Κάνω πάσα: στέλνω κάποιον σε κάποιον άλλον

· Έλα γεια: παράτα τα

· Έπαθα φρίκη, παρέδωσα πνεύμα, όλα είδον: τα έφτισα

· Βάζω γκόλ: τα καταφέρνω

· Έκατσε, ή (αγ)κάλιασε η φάση: κανονίστηκε

· Τσίσους Κράϊστ (Chesus Christ), χεσμένος: αυτός που έχει πιει πολύ

· Τσίσα: τέλος

Το Λεξιλόγιο των Νέων Το Λεξιλόγιο των Νέων Reviewed by pistepseto.net on 11:24:00 μ.μ. Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια